Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Δυσπεψία’ Category

Lavandula stoechas, Λεβάντα η στοιχιάς, Αγριολεβάντα

Η Αγριολεβάντα (Lavandula stoechas, Λεβάντα η στοιχιάς) ειναι αειθαλής ,γναφαλώδης, αρωματικός θάμνος της περιοχής της Αρχαίας Θουρίας – Μυκηναϊκής  Άνθειας. Η αγριολεβάντα ξεχωρίζει από τα άλλα είδη, από τα πορφυροϊώδη άνθη του, που σχηματίζουν πυκνούς ωοειδείς στάχεις και γιατί προτιμά τα ελαφρώς όξινα πετρώδη εδάφη. Τα φύλλα της είναι γραμμοειδή, γκριζωπά, εριώδη με αναδιπλωμένες άκρες. Η Ταξιανθία της εχει  2-3 εκατοστά μήκος, σε πυκνό στάχυ, έμμισχη, με σπονδύλους των 6-10 ανθέων στη μασχάλη, τριχωτών, ρομβοειδών και καρδιοειδών βρακτίων. Η κορυφή του στάχυ της στέφεται από μεγάλα ωοειδή μακρουλά βράκτια λευκοβιολετιά. Τα Άνθη της ειναι 6-8 χιλιοστά, δίχειλα, σκουροβιολετιά. Ο κάλυκάς της έχει 5 οδόντες, από τους οποίους οι ανώτεροι είναι μεγαλύτεροι. Μπορει να φθάσεις έως 100 cm . Τα Φύλλα της ειναι 10-40 mm, γραμμοειδή προς επιμήκη λογχοειδή, ακέραια, συνήθως γκρι- γναφαλώδη. Ο Μίσχος της ειναι κοντύτερος του στάχυ. Ο Στάχυς ειναι συνήθως 2-3 cm. Τα Γόνιμα βράκτια ειναι 4-8 mm, ρομβικά-καρδιοειδή, γναφαλώδη. Τα Ανώτερα
βράκτια είναι 10-50 mm, επιμήκη- αντωοειδή, συνήθως πορφυρά, χωρίς άνθη στους άξονές τους. Οι Σπονδυλώδεις ταξιανθίες έχουν 6-10 άνθη. Τα κατώτερα βράκτια ειναι οξέα.

Αγριολεβάντα, Αρχαία Θουρία 23 Απρίλη 2017 : δρόμος Αριοχώρι – Πλατύ

Το βότανο ειναι  γνωστό από την αρχαιότητα. Αναλύσεις υπολειμμάτων που έγιναν με σύγχρονές μεθόδους έδειξαν ότι σε πήλινα αγγεία υπήρχε κρασί με ρητίνη και με ένα από τα βότανα, λεβάντα, δάφνη, φασκόμηλο. Ο Διοσκουρίδης (1ος αι. μΧ.) αναφέρει το κρασί της λεβάντας (στοιχαδίτης οίνος) και το ξύδι (στοιχαδικό ξύδι). Το θεωρούσε φάρμακο για την επιληψία αλλά και για την ψύξη των πλευρών και των νεύρων.

Η ονομασία της λεβάντας προέρχεται από το λατινικό ρήμα Lavare που σημαίνει πλένω. Οι Ρωμαίοι συνήθιζαν να ρίχνουν άνθη αγριολεβάντας στα νερά των λουτρών τους για τον αρωματισμό τους. Τη συνήθεια αυτή λέγεται ότι την πήραν από τους αρχαίους Έλληνες οι οποίοι αποκαλούσαν το φυτό «νάρδο» ή «ναρδόσταχυ», όνομα που προήλθε από την πόλη της Συρίας Naarda.

Η ονομασία Stoechas προέρχεται από το όνομα των νησιών που βρίσκονται έξω από την Μασσαλία και οι αρχαίοι Έλληνες τα ονόμαζαν Στοιχάδες (σειρές).

Το χρησιμοποιούσαν ακόμη για τα αρωματίσουν τα ρούχα και τα κλινοσκεπάσματα. Κατά τον μεσαίωνα το βότανο χρησιμοποιήθηκε για την περιποίηση των τραυμάτων και πληγών του δέρματος.

Ο Τζον Πάρκινσον έγραφε το 1640 για την Λεβάντα

‘‘…ιδιαίτερα καλή για την ψυχική οδύνη και όλους τους πόνους του κεφαλιού και του μυαλού.’’

Η αγριολεβάντα ήταν περιζήτητο αντίδοτο δηλητηριάσεων στα παλιά χρόνια.

Με αυτήν παρασκευαζόταν ένα από τα πιο γνωστά θεραπευτικά έλαια, που ήταν σε ευρεία χρήση μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα. Στην Κρήτη το έλεγαν Καραμπάχι. Αυτό το έπαιρναν οι πάσχοντες στάζοντας σταγόνες του ελαίου πάνω σε ζάχαρη, για οποιονδήποτε πόνο.

Σύμφωνα με μελέτες του Πανεπιστημίου Charles Sturt University, Wagga , Australia,  η λεβάντα έχει χρησιμοποιηθεί από καιρό ως αναλγητικό, αντιβακτηριακό, αντιμυκητιασικό , αντικαταθλιπτικό, αντισπασμωδικό, επιθηλιακό και καταπραϋντικό βότανο.Τα εκχυλίσματα έχουν χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία καταστάσεων που κυμαίνονται από την ακμή έως τις ημικρανίες.   Λεβάντα χρησιμοποιήθηκε στην Ινδία και το Θιβέτ για τη θεραπεία ψυχιατρικών καταστάσεων και από τους αρχαίους Αιγυπτίους ως μέρος της διαδικασίας της μουμιοποίησης. Στην Ευρώπη του δέκατου έκτου αιώνα, τα κλαδιά  της λεβάντας πιστεύονταν ότι αυξάνουν τη νοημοσύνη.

Αν και το φυτό είναι γνωστό ότι αυξάνει την ροή της χολής και εισρέει στο έντερο, η μέγιστη τιμή του δεν είναι στη θεραπεία των χολικών καταστάσεων. Η λεβάντα έχει χρησιμοποιηθεί εκτεταμένα ως αντιδιαβητικός παράγοντας στην Ισπανία και περιλαμβάνεται σε μερικά εμπορικά αντιδιαβητικά παρασκευάσματα βοτάνων. Φρέσκα φύλλα και άνθη εφαρμόζονται στο μέτωπο για την ανακούφιση των πονοκεφάλων και των αρθρώσεων για τη θεραπεία του ρευματικού πόνου σύμφωνα με σχετικές μελέτες του Πανεπιστημίου King Saud University, Abha Saudi Arabia . Οι ατμοί των ατμών λουλουδιών χρησιμοποιούνται ως κρύο φάρμακο.  Στη Χιλή, το τσάι χρησιμοποιείται για να προκαλέσει ή να αυξήσει την εμμηνόρροια ροή σύμφωνα με μελέτη του Πανεπιστημίου University of Santiago of Chile.

Το φυτό περιέχει αιθέριο λάδι, βουτυρικούς και βαλεριανικούς αιθέρες της λιναλλύλης και της γερανύλης, γερανιόλη, κινόλη, λιναλόλη, κινεόλη, D-μπορνεόλη, λινονίνη, L πινένιο, καρυοφυλλίνη, κουμαρίνη και τανίνη. Η λεβάντα συνήθως χορηγείται με τη μορφή έγχυσης, αφέψημα ή έλαιο και είτε λαμβάνεται εσωτερικά είτε εφαρμόζεται τοπικά για την ανακούφιση της νευραλγίας. Σήμερα, το λάδι λεβάντας και τα εκχυλίσματα χρησιμοποιούνται ως φαρμακευτικά αρώματα και βρίσκονται στα καλλυντικά.  Απομίμηση λαδιούι λεβάντας χρησιμοποιείται συχνά σε σαπούνια τουαλέτας επειδή είναι φθηνό, αλλά χαμηλότερης ποιότητας από το πραγματικό λάδι λεβάντας. Το λάδι Lavandin, η απόλυτη λεβάντα (ένα εκχύλισμα) και το λάδι λεβάντας ακίδων χρησιμοποιούνται σε συγκεντρώσεις μέχρι 1,2% στα αρώματα.  Για τη γεύση των τροφίμων χρησιμοποιούνται μικρές ποσότητες (0,002% έως 0,004%) του ελαίου. Η λεβάντα χρησιμοποιείται επίσης σε άλλα προϊόντα μπάνιου και ντους, προϊόντα περιποίησης μαλλιών και απορρυπαντικά. 

ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ:

Το φυτό ανθίζει τέλος Μαΐου με αρχές Ιουνίου. Συλλέγουμε προς το τέλος της ανθοφορίας, όταν τα πέταλα έχουν αρχίσει να μαραίνονται. Για θεραπευτικούς σκοπούς χρησιμοποιούνται τα άνθη και τα φύλα του βοτάνου.

Το βότανο δρα ως αντισηπτικό, βακτηριοκτόνο, αναλγητικό, εμμηναγωγό, ηρεμιστικό, σπασμολυτικό, υποτασικό, αποχρεμπτικό, τονωτικό, διεγερτικό, εφιδρωτικό, χολαγωγό, αντιρρευματικό, ανθελμινθικό και ως αντίδοτο δηλητηριάσεων.

Βοηθά σε ευερεθιστικότητα, μελαγχολία, νευρασθένεια, ναυτία, νευρώσεις, σπασμούς, αϋπνίες, αρρώστιες του αναπνευστικού συστήματος, άσθμα, γρίπη, βρογχίτιδα, κοκίτης, φυματίωση. Καταπραΰνει την εγκεφαλονωτιαία σπαστικότητα, σύμφωνα με τους Candeac και Meunier.Χρησιμοποιείται ως αντίδοτο σε δηλητηριάσεις (βοηθητικό) σε δαγκώματα από ζώα και φίδια και σε τσιμπήματα εντόμων.Το αφέψημα με φύλλα και λουλούδια αγριολεβάντας ανακουφίζει από ημικρανίες, πονοκεφάλους, ιλίγγους, λιποθυμία, αλλά και διώχνει την αϋπνία.

Με εξωτερική χρήση επουλώνει πληγές (απλές, άτονες, μολυσμένες, συρίγγια, χρόνια εκζέματα, εγκαύματα, ακμή, δερματίτιδες, ψώρα, αλλά και αλωπεκία) και με εσωτερική χρήση κυστίτιδες, το αφέψημα της σφίγγει τα ούλα. Αυξάνει την έκκριση γαστρικών υγρών και την κινητικότητα την εντέρων (σε γαστρική ατονία και μετεωρισμό, κακή χώνεψη).

Η λεβάντα αποτελεί ήπιο φυσικό ηρεμιστικό, για την αντιμετώπιση του άγχους, της αϋπνίας και της κατάθλιψης. Το έγχυμα είναι χωνευτικό, τονωτικό, αντισπασμωδικό και χρησιμεύει στην απολύμανση πληγών και τραυμάτων. Χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις άσθματος, γρίπης, παθήσεων ήπατος και σπλήνας, ίκτερου, συμφόρησης, λευκόρροιας και εξασθένισης της όρασης. Ένα λουτρό με λεβάντα ανακουφίζει από τους ρευματισμούς και την ουρική αρθρίτιδα, χαλαρώνει τα νεύρα και τους τεντωμένους μύες, είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικό σε περιπτώσεις μωλωπισμού, πρηξίματος, διαστρέμματος, εξάρθρωσης και θλάσεων. Το αιθέριο
έλαιο συμβάλλει στη θεραπεία του κρυολογήματος, της γρίπης, της στηθάγχης, της βρογχίτιδας, του πονοκέφαλου και συμπεριφορικών διαταραχών. Σε γαργάρες απολυμαίνει τις στοματικές αμυχές και βοηθά σε περίπτωση παράλυσης της γλώσσας ή τραυλισμού. Εντριβές του στήθους επισπεύδουν τη θεραπεία της πνευμονίας, της
πλευρίτιδας και της πνευμονικής συμφόρησης, ενώ οι εντριβές της κεφαλής θεωρούνται ότι καταπολεμούν την
αλωπεκία.
Οι αντιδιαβητικές ιδιότητες του βοτάνου τεκμηριώθηκαν μετά από σχετικέ έρευνες του Πανεπιστημίου Universidad de Granada της Ισπανίας

Η αρωματοθεραπεία με λεβάντα έχει χρησιμοποιηθεί για να αυξήσει την ψυχική ικανότητα , να μειώσει την κόπωση και να βελτιώσει τη διάθεση και τα αντιληπτά επίπεδα άγχους σύμφωνα με μελέτες του Royal Bershire Hospital NHS Trust, Reading, England. Λάδια διαφορετικών ειδών λεβάντας αποφέρουν διαφορετικά αποτελέσματα. Η German Commission E Monographs αναφέρει τη θεραπεία της ανησυχίας και των δυσκολιών στον ύπνο μεταξύ των χρήσεων της λεβάντας.  Σύμφωνα με μελέτες των Πανεπιστημίων Chiba and Osaka University Japan   οι μελέτες ηλεκτροεγκεφαλογραφίας λεβάντας, οι οποίες έχουν δείξει διάφορες αποκρίσεις άλφα κύματος σε διαφορετικές οσμές, μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την αξιολόγηση της ψυχοφυσιολογικής απόκρισης. Από το  Πανεπιστήμιο  University of British Columbia – Okanagan, Kelowna, Canada έχει τεκμηριωθεί  ότι η λεβάντα έχει παρόμοια δράση με τις βενζοδιαζεπίνες επηρεάζοντας τους υποδοχείς γάμμα-αμινοβουτυρικού οξέος. Οι βενζοδιαζεπίνες αποτελούν μια κατηγορία φαρμάκων με ηρεμιστικές, υπνωτικές, αγχολυτικές, αντισπασμωδικές, αναισθητικές και μυοχαλαρωτικές ιδιότητες. Οι βενζοδιαζεπίνες χρησιμοποιούνται συχνά για να προσφέρουν ανακούφιση σύντομης διάρκειας στις καταστάσεις σοβαρού άγχους ή αϋπνίας.

Σύμφωνα με μελέτες του National Cancer Institute (NCI), Bethesda,  USA  η περιγλυκολική αλκοόλη, μια ένωση που αποστάζεται από λεβάντα, αλλά βρίσκεται και στα κεράσια, στη μέντα και στους σπόρους σέλινου, διαθέτει αντικαρκινικές δραστηριότητες και συντελεί  στη χημειοπροφύλαξη και τη θεραπεία του καρκίνου.

Οι αντιμικροβιακές ιδιότητες του φυτού τεκμηριώθηκαν από το  Πανεπιστήμιο Saurashtra University,  India

Η μείωση της χοληστερόλης του ορού από το φυτό τεκμηριώθηκε από το University of Wisconsin, Madison USA

Οι γαστρο-προστατευτικές επιδράσεις από τα έλαια του βοτάνου τεκμηριώθηκαν από το Πανεπιστήμιο Università di Parma, Italy.

ΑΛΛΕΣ ΧΡΗΣΕΙΣ: Τα εκχυλίσματα λεβάντας χρησιμοποιούνται στην Ευρώπη ως εντομοαπωθητικά. Αυτό το φαινόμενο φαίνεται να σχετίζεται με τις ενώσεις στο πτητικό έλαιο του φυτού.  Τα ευρήματα από μία μελέτη του Πανεπιστημίου University of Shahrekord, Iran δείχνουν ότι τα αιθέρια έλαια τοθ φυτού αποτελούν μια αποτελεσματική μέθοδο για τον έλεγχο των κροτώνων (τσιμπουριών).

Σε συγχρονισμένη έρευνα του University of Queensland, Australia διαπιστώθηκε ότι τα αιθέρια έλαια της αγριολεβάντας εξουδετερώνουν τις ψείρες της κεφαλής.

 

Δίανθος
Denner SS. Drexel University USA: Lavandula angustifolia Miller: English lavender. Holist Nurs Pract . 2009;23(1):57-64
Weiss RF. Herbal Medicine . Meuss AR, trans-ed. Gothenburg, Sweden: A.B. Arcanum; 1988
Gámez MJ, Jiménez J, Risco S, Zarzuelo A. Universidad de Granada, España: Hypoglycemic activity in various species of the genus Lavandula . Part 1: Lavandula stoechas L. and Lavandula multifida L. Pharmazie . 1987;42(10):706-707.
Abulafatih HA. King Saud University, Abha BranchAbhaSaudi Arabia: Medicinal plants in southwestern Saudi Arabia. Econ Bot . 1987;41(3):354-360.
drugs.com
San Martín JA. University of Santiago of Chile: Medicinal plants in central Chile. Econ Bot . 1983;37(2):216-227.
Lamparsky D. Lavender. Perfumer & Flaverist . 1986;11:7-8, 10, 12-13, 15-20

Leung AY. Encyclopedia of Common Natural Ingredients Used in Food, Drugs and Cosmetics . New York, NY: J Wiley and Sons; 1980.

Dunn C, Sleep J, Collett D. Royal Bershire Hospital NHS Trust, Reading, England :Sensing an improvement: an experimental study to evaluate the use of aromatherapy, massage and periods of rest in an intensive care unit. J Ad Nurs . 1995;21(1):34-40.

Lee CF, Katsuura T, Shibata S, et al. Chiba and Osaka University Japan : Responses to electroencephalogram to different odors [in Japanese]. Ann Physiol Anthropol . 1994;13(5):281-291

Woronuk G, Demissie Z, Rheault M, Mahmoud S. University of British Columbia – Okanagan, Kelowna, Canada  Biosynthesis and therapeutic properties of Lavandula essential oil constituents. Planta Med . 2011;77(1):7-15.

Kelloff GJ, Boone CW, Crowell JA, et al. National Cancer Institute (NCI), Bethesda, USA  : New agents for cancer chemoprevention. J Cell Biochem Suppl . 1996;26:1-28

Lodhia MH, Bhatt KR, Thaker VS. Saurashtra University, India : Antibacterial activity of essential oils from palmarosa, evening primrose, lavender and tuberose. Indian J Pharm Sci. 2009;71(2):134-136.

Elson CE, Yu SG. University of Wisconsin, Madison USA : The chemoprevention of cancer by mevalonate-derived constituents of fruits and vegetables. J Nutr . 1994;124(5):607-614.

Secoy DM, Smith AE. Use of plants in control of agricultural and domestic pests. Econ Bot . 1983;37(1):28-57

Barocelli E, Calcina F, Chiavarini M, et al. Università di Parma, Italy : Antinociceptive and gastroprotective effects of inhaled and orally administered Lavandula hybrid Reverchon “Grosso” essential oil. Life Sci . 2004;76(2):213-223

Pirali-Kheirabadi K, Teixeira da Silva JA.University of Shahrekord,  Iran : Lavandula angustifolia essential oil as a novel and promising natural candidate for tick ( Rhipicephalus [Boophilus] annulatus ) control. Exp Parasitol . 2010;126(2):184-186.

Barker SC, Altman PM. University of Queensland, Australia.  A randomised, assessor blind, parallel group comparative efficacy trial of three products for the treatment of head lice in children—melaleuca oil and lavender oil, pyrethrins and piperonyl butoxide, and a “suffocation” product. BMC Dermatol . 2010;10:6.

 

Read Full Post »

Micromeria_juliana_kz1

Είναι φυτό πολυετές της ευρύτερης περιοχής της Αρχαίας Θουρίας – Μυκηναϊκής Άνθειας, ποώδες (το ύψος του κυμαίνεται από 10 έως 40 εκατοστά) και αυτοφυές. Είναι τριχωτό, γκρίζου χρώματος και αρωματικό. Φυτρώνει σε ακαλλιέργητους τόπους, ανάμεσα στους βράχους και σε σχισμές των τοίχων. Το συναντούμε κατά δέσμες, σε τόπους ανατολικούς, γιατί το φυτό αγαπά τον ήλιο και αναπτύσσεται μόνο σε ηλιόλουστα μέρη. Είναι σαν στάχυς περίπου θαμνώδες. Τα φύλλα του έχουν μήκος από 3 έως 8 χιλιοστά, σχήμα γραμμοειδές – λογχοειδές, μέχρι προμήκη, ακέραια, όχι μυτερά, με άκρες αναδιπλωμένες. Στεφάνη 5 χιλιοστών, πορφυρή. Άνθη κατά σπονδυλώματα με 4 έως 20 μικρά άνθη. Τα άνθη είναι ερμαφρόδιτα και επικονιάζονται από τα έντομα.

saturejajuliana2

Οι βλαστοί ειναι πολλοί μαζί, ίσιοι, όρθιοι. Ο Κάλυκας ειναι λευκός τριχωτός. Η Στεφάνη ρόδινη.

ΕΔΩΔΙΜΟΤΗΤΑ:

Το Πολύκομπο χρησιμοποιείται ως καρύκευμα στη μαγειρική όπως η ρίγανη ή το θρούμπι.
B-Micromeria-juliana-3Αρωματίζουμε με αυτό ξύδι και ελιές θρούμπες. Συνδυάζεται με ψητά κρέατα, όσπρια, μαρινάδες, σάλτσες, ομελέτες, άσπρα τυριά, σαλάτες, νερόβραστα χλωρά κουκιά και ωμά λαχανικά. Χρησιμοποιείται και σαν υποκατάστατο της αλμυρής γεύσης.

Ιστορικά στοιχεία:

Το Πολύκομπο ήταν γνωστό χάρη στις έντονες αρωματικές του ιδιότητες από την αρχαιότητα. Οι Διοσκουρίδης (το συνιστούσε κατά της υπερχλωρυδρίας και κρυολογημάτων), Αέτιος, Παύλος Αιγινήτης και μεταγενέστερα ο Νικόλαος Μυρεψός αποδίδουν στο φυτό ένα σωρό θεραπευτικές ιδιότητες και τα κείμενά τους συμφωνούν απόλυτα με τις χρήσεις που είχε το βότανο στη λαϊκή ιατρική τις τελευταίες δεκαετίες.
Στις αγροτικές περιοχές θεωρούσαν πως το Πολύκομπο έχει τις ίδιες περίπου θεραπευτικές ιδιότητες με το Θρούμπι (Satureia thymbra).

241

Οι λαϊκοί θεραπευτές το χρησιμοποιούσαν υπό μορφή ροφήματος κατά της υπερχλωρυδρίας (ξινίλες), τα έλκη του στομάχου και του δωδεκαδακτύλου, για τους εντερικούς σκώληκες, τη ναυτία των ταξιδιωτών, τη γρίπη, τη βρογχίτιδα και γενικά τα κρυολογήματα.
Οι Richards και Bush το συνιστούσαν κατά των ίδιων παθήσεων όπως και οι Castor Durannte (1602) και Lamery (1760). Το συνιστούσαν ακόμη ο μεν Castor Durante κατά των χολεριοειδών διαρροιών, όπως και κατά της ναυτίας των ταξιδιωτών, ο δε Lamery για τις ίδιες αρρώστιες που το αναφέρει ο Διοσκουρίδης και η λαϊκή παράδοση, χρησιμοποιώντας το σε πολλές συνταγές του, που αναγράφει στο φαρμακοτεχνικό σύγγραμμα του ή μόνο του σαν αφέψημα ή έγχυμα ή με άλλες δρόγες ή με σιρόπι. Κατά τον Μεσαίωνα το φυτό ήταν γνωστό με την ονομασία Τραγορίγανος και ειδικά κατά την περίοδο της Σχολής του Σαλέρνο διατηρούσε αυτή την ονομασία.
Παλιά το πουλούσαν οι γυρολόγοι γιατί το θεωρούσαν πολύτιμο βότανο για το στομάχι. Χρησιμοποιούσαν τους ανθοφόρους αποξηραμένους βλαστούς του φυτού. Η ονομασία Πολύκομπο , οφείλεται στο γεγονός ότι τα φύλλα του φυτού είναι στο μίσχο κατά αποστάσεις, εν είδη χάντρας ή κόμπου.
ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ:

Για θεραπευτικούς σκοπούς χρησιμοποιούνται τα αέρια μέρη του φυτού τα οποία συλλέγουμε κατά την άνθισή του, τον Ιούνιο και Ιούλιο. Ξηραίνεται στη σκιά. Οι σπόροι του φυτού ωριμάζουν από τον Αύγουστο μέχρι τον Σεπτέμβρι
Το υπέργειο τμήμα θεωρείται διουρητικό, λιθοδιαλυτικό και αντιυπερχλωρυδριακό. Στην Κρήτη, θεωρείται ιδιαίτερα αποτελεσματικό βότανο για τις πέτρες στα νεφρά και την ουροδόχο κύστη και σήμερα χρησιμοποιείται πολύ σε βοτανικά μείγματα ή μόνο του για την αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων.
Το αφέψημα του φυτού χρησιμοποιείται κατά της ξινίλας του στομάχου, πεπτικών ελκών, εντερικών σκουληκιών, κρυολογήματα και ναυτία ταξιδιωτών.
Δρα ως ορεκτικό και βοηθά στη χώνεψη εξουδετερώνοντας τα αέρια. Αυξάνει την εφίδρωση και έχει αποχρεμπτική δράση.
Διεγείρει και τονώνει τον οργανισμό και ωφελεί σε ζάλη.
Είναι χρήσιμο σε διαταραχές του οργανισμού λόγω υπερβολικής ζέστης. Το συμπυκνωμένο αφέψημα του φυτού είναι καλό υπακτικό. Βοηθά σε πονόλαιμο και πονόδοντο.
Σε επίθεμα (με κοπανισμένο το φυτό) βοηθά εναντίον των τσιμπημάτων μέλισσας. Οι κομπρέσες από φύλλα είναι ωφέλιμες για πρηξίματα και ναυτία. Διεγείρει τη μήτρα και το νευρικό σύστημα.
Το έλαιο του φυτού χρησιμοποιείται σε εξωτερικές πληγές ως επουλωτικό. Λίγες σταγόνες από αυτό στο μπάνιο, μας τονώνει και αναζωογονεί την λειτουργία των γενετικών αδένων.
Το αφέψημα σε γαργάρες δρα επουλωτικά σε πληγές του λάρυγγα και του στόματος.

αντιμυκοβακτηριδιακή δράση του φυτού τεκμηριώθηκε μετά από σχετικές έρευνες του Πανεπιστημίου  Balikesir της Τουρκίας για αυτό χρησιμοποιείται στην θεραπευτική αγωγή της φυματίωσης.

Οι αντιοξειδωτικές ιδιότητες του φυτού τεκμηριώθηκαν μετά απο πειράματα του Πανεπιστημίου Mugla .

Η δράση του φυτού ενάντια στους ιούς των φυτών αποδείχθηκε μετά από πειράματα του University of Split,  Croatia

ΑΛΛΕΣ ΧΡΗΣΕΙΣ:

Είναι έντονα αρωματικό και μελισσοτροφικό φυτό.
Από αυτό λαμβάνεται αιθέριο έλαιο με απόσταξη από τα άνθη, φύλλα και κλαδιά και την καλύτερη ποιότητα την δίνουν τα αποξηραμένα φυτά. Το αιθέριο έλαιο περιέχει βερβενόλη 11,8%, θυμόλη 10,8%, οξείδιο καρυοφυλίνης, βορνεόλη 9,3% και μυρτενάλη 7,1%.

Δίανθος

University of Balikesir

Mugla Üniversitesi

University of Split, Croatia

 

 

Read Full Post »

Coriandrum sativum, Αρχαία Θουρία, Άρις, 15 Απρίλη 2016

Coriandrum sativum, Αρχαία Θουρία, Άρις, 15 Απρίλη 2016

Το φυτό Κορίανδρον το ήμερον (Coriandrum sativum), επίσης γνωστό ως Κορίανδρος, Κόλιαντρο, κορίαντρος, κόλιαντρος, κολίανδρος, κοριός ή κουτβαράς, Κινέζικος μαϊντανός ή dhania, είναι ένα ετήσιο φυτό-βότανο της περιοχής της Αρχαίας Θουρίας. Ανήκει  στην οικογένεια των Απιίδων (συν. Σκιαδοφόρων) (Apiaceae).  Είναι ένα μαλακό φυτό που φτάνει σε ύψος έως τα 50 εκ. . Τα φύλλα του είναι μεταβλητά στο σχήμα, με φαρδιούς λοβούς στη βάση του φυτού και λεπτούς και φτερωτούς ψηλότερα στους ανθοφόρους βλαστούς. Τα άνθη είναι διατεταγμένα σε μικρά σκιάδια, λευκά ή πολύ απαλό ροζ, ασύμμετρα, με τα πέταλα να δείχνουν μακριά από το κέντρο των σκιαδίων μακρύτερα (5-6 χιλιοστά ή 0,20 έως 0,24 ίντσες) από εκείνα που δείχνουν προς αυτό (μόνο 1-3 χιλιοστά ή 0,039-0,118 ίντσες) μήκος. Ο καρπός είναι ένα σφαιρικό, ξηρό σχιζοκάρπιο με διάμετρο 3-5 χιλιοστά (0,12 έως 0,20 ίντσες). Αν και μερικές φορές τρώγονται μόνοι τους, οι σπόροι, συχνά χρησιμοποιούνται ως καρύκευμα ή ως ένα πρόσθετο συστατικό σε άλλα τρόφιμα.
1Πρώτα βεβαιώνεται στα αγγλικά, κατά τα τέλη του δέκατου τέταρτου αιώνα, η λέξη «κόλιαντρο» προέρχεται από την παλαιά γαλλική: coriandre, η οποία προέρχεται από το Λατινικό: coriandrum, με τη σειρά του από το αρχαίο ελληνικό: κορίαννον. Η αρχαιότερη μορφή της λέξης πιστοποιείται στα Μυκηναϊκά Ελληνικά ‘ko-ri-ja-da-na'[5] (γραμμένη σε συλλαβική γραφή Γραμμική Β, ανακατασκευάστηκε ως ‘koriadnon’), παρόμοιο με το όνομα της κόρης του Μίνωα Αριάδνης, το οποίο αργότερα εξελίχθηκε σε ‘koriannon’ ή ‘koriandron’.
ΕΓΩΔΙΜΟΤΗΤΑ:

Όλα τα μέρη του φυτού είναι βρώσιμα, αλλά τα φρέσκα φύλλα και οι αποξηραμένοι σπόροι είναι τα μέρη τα οποία πιο παραδοσιακά χρησιμοποιούνται στο μαγείρεμα.
Άνθη του Κορίανδρου του ήμερου Coriandrum sativum.
Ωμά φύλλα κορίανδρου (κόλιαντρου).

Coriandrum sativum, Αρχαία Θουρία, Άρις, 15 Απρίλη 2016

Coriandrum sativum, Αρχαία Θουρία, Άρις, 15 Απρίλη 2016

Διατροφική αξία 100 g (3.5 oz)
Ενέργεια (Energy) 95 kJΘερμίδες (Calories) 23 kcal
Υδατάνθρακες (Carbohydrates)  3,67 g
Σάκχαρα (Sugars) 0,87 g
Φυτικές ίνες (Fiber crop) 2,8 g
Λιπαρά (Fat) 0,52 g
Πρωτεΐνες  (Proteins) 2,13 g
Βιταμίνες (Vitamins)
Βιταμίνη Α ισοδ. (Vitamin A) equiv. 337 mg (42%)
βήτα-καροτένιο (beta-carotene) 3930 mg (36%)
λουτεΐνη ζεαξανθίνη (lutein zeaxanthin) 865 mg
Θειαμίνη (Β1) (Thiamin B1) 0,067 mg (6%)
Ριβοφλαβίνη (Β2) (Riboflavin B2) 0,162 mg (14%)
Νιασίνη (Β3) (Niacin B3) 1,114 mg (7%)
Παντοθενικό οξύ (Β5) (Pantothenic acid B5) 0,57 mg (11%)
Βιταμίνη Β6 (Vitamin B6) 0,149 mg (11%)
Φυλλικό οξύ (Β9) (Folic Acid B9) 62 mg (16%)
Βιταμίνη C (Vitamin C) 27 mg (33%)
Βιταμίνη E (Vitamin E) 2,5 mg (17%)
Βιταμίνη K  (Vitamin K) 310 μg (295%)
Ίχνη μετάλλων (Trace metals)
Ασβέστιο (Calcium) 67 mg (7%)
Σίδηρος (Iron) 1,77 mg (14%)
Μαγνήσιο (Magnesium) 26 mg (7%)
Μαγγάνιο (Manganese) 0,426 mg (20%)
Φωσφόρος (Phosphorus) 48 mg (7%)
Κάλιο (Potassium) 521 mg (11%)
Νάτριο (Sodium) 46 mg (3%)
Ψευδάργυρος (Zinc) 0,5 mg (5%)
Άλλα συστατικά (Other constituents)
Νερό (Water) 92,21 g

Ο κορίανδρος όπως και πολλά μπαχαρικά, περιέχει φυτοχημικά που μπορούν να καθυστερήσουν ή να αποτρέψουν την αλλοίωση των τροφίμων που καρυκεύονται με αυτό το μπαχαρικό.Οι σπόροι του κόλιαντρου, μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν ως συστατικό του μπαχαράτ.

Τα φύλλα έχουν διαφορετική γεύση από τους σπόρους, με χροιά εσπεριδοειδούς. Ωστόσο, μερικοί άνθρωποι βιώνουν μια δυσάρεστη γεύση σαπουνιού ή μια δυσοσμία και αποφεύγουν τα φύλλα.Τα κομμένα φύλλα του κόλιανδρου είναι μια γαρνιτούρα στα Ινδικά πιάτα, όπως το dal (ξηρό όσπριο (φακή, μπιζέλι ή ποικίλα είδη φασολιού) τα οποία έχουν χωρίσει). Καθώς η θερμότητα μειώνει τη γεύση τους, τα φύλλα του κόλιανδρου χρησιμοποιούνται συχνά ωμά ή προστίθενται στο πιάτο αμέσως πριν από το σερβίρισμα. Στις συνταγές της Ινδίας και της Κεντρικής Ασίας, τα φύλλα από κόλιανδρο, χρησιμοποιούνται σε μεγάλες ποσότητες και ψήνονται έως ότου μειωθεί η γεύση τους. Τα φύλλα χαλάνε γρήγορα όταν αφαιρούνται από το φυτό και χάνουν το άρωμά τους, όταν αποξηρανθούν ή καταψυχθούν.
Οι ξηροί καρποί είναι γνωστοί ως σπόροι κόλιαντρου. Στην Ινδική κουζίνα καλούνται dhania.

Οι ψημένοι σπόροι κόλιανδρου, που ονομάζονται dhana dal, τρώγονται ως σνακ. Είναι το κύριο συστατικό των δύο πιάτων στη νότια Ινδία: του sambhar (βραστό πιάτο με βάση τις φακές) και του rasam (σούπα της Νότιας Ινδίας, που παρασκευάζεται παραδοσιακά, χρησιμοποιώντας ως βάση, χυμό ταμαρίνδου (οξυφοίνιξ)).

Η φυλή των ερυθρόδερμων Ζούνι, το έχουν προσαρμόσει στη κουζίνα τους, αναμιγνύοντας τη σκόνη των σπόρων με το chile, χρησιμοποιώντας το ως καρύκευμα με το κρέας και τρώγοντας τα φύλλα ως σαλάτα.

Σπόροι κόλιανδρου χρησιμοποιούνται στη ζυθοποιία, σε ορισμένες μορφές μπύρας, ιδιαίτερα ορισμένες βελγικές μπύρες σιταριού. Σπόροι κόλιανδρου χρησιμοποιούνται με φλούδα πορτοκαλιού, για να προστεθεί μια νότα εσπεριδοειδούς.
Οι ρίζες του κορίανδρου έχουν μια βαθύτερη, πιο έντονη γεύση απ’ό,τι τα φύλλα. Χρησιμοποιούνται σε μια ποικιλία από Ασιατικές κουζίνες. Χρησιμοποιούνται συνήθως σε πιάτα της Ταϊλάνδης, μεταξύ των οποίων σούπες και πάστες κάρυ.
Το φυτό μπορεί να έχει ναρκωτική επίδραση εάν καταναλώνονται σε πολύ μεγάλες ποσότητες. Σε σκόνη κόλιανδρου και το λάδι μπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις και φωτοευαισθησία.
Ιστορία
Ο κορίανδρος φύεται σε μια ευρεία περιοχή της Εγγύς Ανατολής και της νότιας Ευρώπης, με αποτέλεσμα να είναι δύσκολο να καθοριστεί ακριβώς πού το φυτό αυτοφύεται και πού έχει εγκατασταθεί πρόσφατα. Δεκαπέντε αφυδατωμένα mericarps βρέθηκαν στο Προ-κεραμικό Νεολιθικό Β επίπεδο του Nahal Hemar Σπήλαιο στο Ισραήλ, το οποίο μπορεί να είναι το αρχαιότερο αρχαιολογικό εύρημα κόλιανδρου. Περίπου μισό λίτρο mericarps βρέθηκαν στον τάφο του Τουταγχαμών και επειδή αυτό το φυτό δεν είναι αυτοφυές στην Αίγυπτο, οι Zohary και Hopf ερμηνεύουν το εύρημα ως απόδειξη ότι ο κόλιανδρος καλλιεργείτο από τους αρχαίους Αιγυπτίους.

KORIANDERΟ κορίανδρος φαίνεται ότι έχει καλλιεργηθεί στην Ελλάδα τουλάχιστον από τη δεύτερη χιλιετία π.Χ.. Ένα από τα Γραμμικής Β δισκία, που ανακτήθηκε από την Πύλο αναφέρεται στα είδη που καλλιεργούνται για την παραγωγή αρωμάτων και φαίνεται ότι χρησιμοποιήθηκε σε δύο μορφές: ως καρύκευμα για τους σπόρους του και ως βότανο για την γεύση των φύλλων του. Αυτό φαίνεται να επιβεβαιώνεται από τα αρχαιολογικά ευρήματα από την ίδια περίοδο: οι μεγάλες ποσότητες των ειδών που προέρχονται από την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού στο στρώμα των Σιταγρών στην Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης θα μπορούσε να δείξει την καλλιέργεια του είδους εκείνη την εποχή.

ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΧΡΗΣΕΙΣ:
Ο Κορίανδρος είναι μια ευρέως χρησιμοποιούμενο θεραπευτικό μέσο και εκτιμάται ιδιαίτερα για την επίδρασή του στο πεπτικό σύστημα, την αντιμετώπιση των μετεωρισμών, την διάρροια και τους  κολικούς . Εξουδετερώνει τους σπασμούς στο έντερο και  τις συνέπειες της νευρικής έντασης. Οι σπόροι του είναι αρωματικοί, διαλυτικοί, αποχρεμπτικοί, ναρκωτικοί, διεγερτικοί και στομαχικοί. Πιο συχνά χρησιμοποιείται με ενεργό καθαρτικά, προκειμένου να αποκρύψουν τη γεύση τους και την καταπολέμηση της τάσης τους να προκαλούν γκρίνια και δυσφορία.

Εικόνα 112Το μάσημα των σπόρων εξουδετερλωνει την δυσάρεστη μυρωδιά του σκόρδου.   Εξωτερικά οι σπόροι έχουν χρησιμοποιηθεί ως λοσιόν ή ως κατάπλασμα για τη θεραπεία ρευματικών πόνων . Το αιθέριο έλαιο χρησιμοποιείται στην αρωματοθεραπεία. Λέξη-κλειδί του είναι «διεγερτικό της όρεξης». Η Γερμανική Επιτροπή Ε  εγκρίνει το Coriandrum sativum (κορίανδρου – dhania) για την δυσπεψία και την απώλεια της όρεξης.

Οι αγχολυτικές ιδιότητες του φυτού τεκμηριώθηκαν από σχετικες μελέτες του  University of Medical Sciences, Shiraz, Iran

Οι αντιβακτηριακές ιδιότητες του φυτού τεκμηριώθηκαν από σχετικές έρευνες τριών ιταλικών Πανεπιστημίων: Università di Napoli “Federico II”, Università degli Studi della Basilicata, Potenza.

Οι αντιμικροβιακές ιδιότητες του φυτού τεκμηριώθηκαν με σχετικά πειράματα του Kahramanmaraß SŸtŸ Ümam University,  TURKEY’

Οι αντιοξειδωτικές και αντιμικροβιακές ιδιότητες του φυτού τεκμηριώθηκαν από το University of British Columbia, Vancouver,  Canada

Η ανθελμινθική δραστικότητατου φυτού τεκμηριώθηκε μετά από πειράματα του Addis Ababa University,  Ethiopia

Η υπολιπιδαιμική δράση του φυτού τεκμηριώθηκε από το International Institute of Biotechnology and Toxicology,Padappai , India

Η απελευθέρωση ινσουλίνης και η ενεργότητα σαν παραδοσιακού αντιδιαβητικού φυτού τεκμηριώθηκαν από το University of Ulster, Coleraine, UK

 

University of Ulster, Coleraine, BT52 1SA, UK 

Addis Ababa University, Faculty of Science, Department of Biology, Ethiopia

University of British Columbia, Vancouver, BC, Canada

Kahramanmaraß SŸtŸ Ümam University, Kahramanmaraß – TURKEY

Università di Napoli “Federico II”,  Napoli, Italy
Department of Pharmacology,  University of Medical Sciences, Shiraz, Iran
ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

International Institute of Biotechnology and Toxicology,Padappai , India

Read Full Post »

 Μάραθον το κοινόν, Αρχαία Θουρία, Αριοχώρι, Άμμοι, 20 Ιούνη 2015

Μάραθον το κοινόν, Αρχαία Θουρία, Αριοχώρι, Άμμοι, 20 Ιούνη 2015

Το Μάραθον το κοινόν ή Φοινίκουλον το κοινόν (Foeniculum vulgare) είναι πόα διετής ή πολυετής της ευρύτερης περιοχής της Αρχαίας Θουρίας – Μυκηναϊκής Άνθειας, που ανήκει στην Οικογένεια των Σκιαδοφόρων (Apiaceae ή Umbelliferae), αγγειοσπέρμων, δικοτυληδόνων φυτών. Στην ίδια Οικογένεια ανήκουν επίσης : ο Μαϊντανός, ο ΄Ανηθος, το Καρότο, το Κύμινο, κλπ.
Το μάραθο απαντά ως αυτοφυές στις άκρες αγρών, κήπων, αμπελώνων, γηπέδων, οικοπέδων, δρόμων κλπ. Αγαπά εδάφη εύφορα και υγρά. Επίσης καλλιεργείται στους κήπους ως λαχανικό.
Το μάραθο έχει φύλλα λεία, τρις ή πολλαπλά πτεροσχιδή, με νηματοειδείς καταλήξεις. Από την ρίζα του φυτού φύονται περισσότεροι βλαστοί ( ύψους 1,50-2,00 μ. περίπου).

Foeniculum_vulgare1Τα άνθη αυτού είναι μικρού σχήματος, χρώματος κιτρίνου και είναι διατεταγμένα κατά τρόπον, ώστε να σχηματίζουν σκιάδια.

 Μάραθον το κοινόν, Αρχαία Θουρία, Πλατύ, Ανεμόμυλος, Λυγιές, 20 Ιούνη 2015

Μάραθον το κοινόν, Αρχαία Θουρία, Πλατύ, Ανεμόμυλος, Λυγιές, 20 Ιούνη 2015

Υπάρχει επίσης η ποικιλία: Μάραθον το κοινόν, ποικιλία αζορικόν ( Foeniculum vulgare, var. Azoricum , var. Dulce), το οποίον είναι γνωστό με το ιταλικόν όνομα «Φοινόκιον». Αυτό διαφέρει από το γνωστό μάραθο, διότι έχει χονδροτέρους και χαμηλοτέρους, σαρκώδεις, σωληνοειδείς βλαστούς, με βάσεις διατεταγμένες η μία επάνω στην άλλη, οι οποίες σχηματίζουν ένα είδος χονδρού βολβού, που αποτελεί το εδώδιμο τμήμα του φυτού. Οι σαρκώδεις αυτοί βλαστοί του φυτού τρώγονται ωμοί ή μαγειρευτοί.
ΕΔΩΔΙΜΟΤΗΤΑ:
Από το μάραθο χρησιμοποιούνται κυρίως τα τρυφερά φύλλα ως μυριστικά ή λαχανικά και τα σπέρματα αυτού, για τον αρωματισμό φαγητών ή για την παρασκευή αιθερίου ελαίου. Επίσης χρησιμοποιούνται οι βλαστοί, οι οποίοι αναμειγνύονται με τα στρέμφυλα ή τσίκουδα, κατά την απόσταξη αυτών και τον αρωματισμό της ρακής. Από τους σπόρουςτου μαράθου εξάγεται το μαραθέλαιον. Τα φύλλα ή οι σπόροι μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να κάνουν μια ευχάριστη γεύση τσαγιού βοτάνων. Οι καρποί έχουν γεύση ευχάριστη, αρωματική, καυστική, μισογλυκεία, που ομοιάζει με εκείνην του ανήθου.
Fennel_seed_1Επαφή του δέρματος με τους χυμούς ή το αιθέριο έλαιο του φυτού μπορεί να προκαλέσει φωτοευαισθησία ή και δερματίτιδα σε μερικούς ανθρώπους . Κατάποση του ελαίου μπορεί να προκαλέσει εμετό, σπασμούς και πνευμονικό οίδημα.
ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ:
Ο άνθρωπος από πολύ ενωρίς εγνώριζε το μάραθο και πιθανώς η ονομασία του φυτού είναι προελληνική, όπως συμβαίνει με τις ονομασίες και πολλών άλλων φυτών. Ενδεικτικά αναφέρονται τα επόμενα παραδείγματα φυτών, η ονομασία των οποίων θεωρείται προελληνική : άμπελος, άνηθος, άνθος, ασπάλανθος, ασπάραγγος, δίανθος, κάππαρις, κορίαννον, κύμινον, κυπάρισσος, νάρκισσος, ρόδον κλπ.
Ο άνθρωπος εχρησιμοποιούσε το μάραθον και εξακολουθεί να το χρησιμοποιεί μέχρι σήμερα, ως λαχανικό, ως καρύκευμα και ως φάρμακο.
Illustration_Foeniculum_vulgare0Ο Θεόφραστος ο Ερέσιος (372-287 π. Χ.), αναφέρει συχνά το μάραθον, ήτοι :
1) « Γυμνοσπέρματα δε των τε λαχάνων πολλά, καθάπερ άνηθον, κορίαννον, άνησον, κύμινον, μάραθον και έτερα πλείω». (Θεόφραστος, Περί φυτών ιστορίας 1, 11, 2 ).
2) «΄Εχει δε και η των δένδρων αυτών υγρότης, ώσπερ ελέχθη, διάφορα είδη και των λαχανωδών δε, αι δε και ευωδίαν, ώσπερ αι του σελήνου, ανήθου, μαράθου και των τοιούτων».(Θεόφραστος, Περί φυτών ιστορίας 1, 12, 2 ).
3) « Εν δε τοις ανακάνθοις ουκ έστιν ούτως διαλαβείν τοις γένεσιν προς τούτοις έτι τα ναρθηκώδη και εννυρόκαυλα, καθάπερ μάραθον, ιππομάραθον, ναρθηκία, νάρθηξ».(Θεόφραστος, Περί φυτών ιστορίας 6, 1, 4 ) Ο Διοσκουρίδης ο Πεδάνιος ή Αναζαρβεύς ( περίπου 9-79 μ. Χ.), αναφερόμενος στο μάραθο, σημειώνει τα ακόλουθα :
«Μάραθον. Τούτου εσθιομένη η πόα δύναται γάλα κατασπάν και το σπέρμα δε πινόμενον ή συνεψόμενον πτισάνη. Το δε αφέψημα της κόμης ποθέν νεφριτικοίς και τοις περί κύστιν πάθεσιν αρμόζει, διουρητικόν υπάρχον, ερπετοδήκτοις δε δίδοται συν οίνω και κασταμήνια άγει, εν πυρετοίς τε ναυσίαν και καύσον στομάχου παραιτείται μετά ψυχρού ύδατος πινόμενον.
Αι δε ρίζαι λείαι συν μέλιτι καταπλασθείσαι κυνοδήκτοις θεραπεύουσιν. Ο δε χυλός εκθλιβέντων των καυλών και των φύλλων εν ηλίω ξηρανθείς εις τα οφθαλμικά, όσα προς οξυδερκίαν, σκευάζεται χρησίμως. Χυλίζεται δε προς τα αυτά και το σπέρμα χλωρόν έτι ον συν τοις φύλλοις και τοις ακρεμόσι και η ρίζα κατά την πρώτην εκβλάστησιν.
Εν δε τη προς εσπέραν Ιβηρία και οπόν ανίησιν όμοιον κόμμει, αποθεριζόντων εν τη ανθήσει μέσον τον καυλόν των επιχωρίων και πυρί παρατιθέντων, ίνα υπό της θερμασίας οίον αφιδρώσαν εξιπώση το κόμμι. ΄Εστι δε ενεργέστερον του χυλού προς τα οφθαλμικά τούτο».Διοσκουρίδης, Περί ύλης ιατρικής 3, 70).
Ο αυτός συγγραφέας αναφέρεται και στο Ιππομάραθον, γράφων τα ακόλουθα :
«Ιππομάραθον. Μάραθόν εστιν άγριον μέγα. Φέρει δε το σπέρμα καχρυί όμοιον, ρίζα δε ύπεστιν ευώδης, ήτις πινομένη στραγγουρίαν ιάται και έμμηνα άγει προστιθεμένη. Το δε σπέρμα και η ρίζα κοιλίαν ίστησι πινόμενα, θηριοδήκτοις τε βοηθεί και λίθους θρύπτει και ίκτερον αποκαθαίρει. Των δε φύλλων το αφέψημα πινόμενον γάλα άγει και τας εκ τοκετών γυναίκας αποκαθαίρει.
Καλείται και έτερον ιππομάραθον, φύλλα έχον μικρά, στενά, προμήκη, καρπόν δε στρογγύλον προς τον του κορίου, δριμύν, θερμαντικόν. Αναλογεί δε αυτού η δύναμις τω προειρημένω, ασθενέστερον ενεργούσα».
(Διοσκουρίδης, Περί ύλης ιατρικής 3, 71).
Ο αυτός συγγραφέας αναφέρει και τον «μαραθίτην οίνον», γράφων τα εξής :
«Και μαραθίτης δε (οίνος) και ανήθινος και πετροσελινίτης ομοίως σκευάζονται, προς τα αυτά ποιούντες».(Διοσκουρίδης, Περί ύλης ιατρικής 5, 65).
Συνιστάται δε ο μαραθίτης οίνος στις επόμενες περιπτώσεις:
«ποιεί δε όρεξιν και στομαχικοίς δε αρμόζει και δυσουρούσιν. ΄Εστι δε και εύπνους».(Διοσκουρίδης, Περί ύλης ιατρικής 5, 64).
Ο Μέγας Βασίλειος, Αρχιεπίσκοπος Καισαρείας της Καππαδοκίας (329/330-379 μ.Χ.) αναφερόμενος στις φαρμακευτικές ιδιότητες του μαράθου και στις θραπευτικές αυτού χρήσεις, γράφει τα επόμενα :
«Και όφις την εν τοις οφθαλμοίς βλάβην εξιάται βοσκηθείς μάραθρον».
Είναι αξιοσημείωτον, ότι και σήμερα, οι ακολουθούντες την Λαϊκή Ιατρική, θεωρούν το μάραθον ως κατάλληλον φάρμακον για την αντιμετώπιση των οφθαλμολογικών παθήσεων γενικώς. Λέγεται δε, ότι οι όφεις τρίβουν το κεφάλι των και ειδικότερα τους οφθαλμούς των στα μάραθα, για να θεραπεύσουν οφθαλμικές παθήσεις και να είναι σε θέση να βλέπουν καλύτερα, γεγονός, το οποίον ήδη, ως προανεφέρθη, σημειώνει και ο Μέγας Βασίλειος.
Σε Κρητικόν Ιατροσόφιον του 19ου αι. αναφέρονται τα επόμενα σχετικά με την χρήση του μαράθου:
1) «Εις το κοινήσαι την κοιλίαν ανόδυνος ( αντιμετώπιση δυσκοιλιότητας). Ει δε και θέλεις πλεάν θερμότερον.(Λάβε και βράσε ) Μάραθα, τίλην κρασίου, απιστίαν, φλισκούνι, άνιθον, χαμόμιλα, αγριαγούρας ρίζαν, ορνιθόξιγκον, χινόξυγκον, κάμε ως άνωθεν».
2) « Εις άνθρωπον οπού ξερνά (κάνει έμετον) πολλά. Μαραθόσπορον και πλατί κίμινον ας τρώγι ( και ιαθήσεται)».
3) « Εις σπλήνας πόνον.Μαράθου ρίζες και περισύμπουλου (πετροσέλινου, ήτοι μαϊντανού) και αγριοελέας και ετέας και σελίνου, βάλε διό λαίνια νερό να ψυθούν έως να φυράσει το μισόν και να είναι με το ζύγι ήσια όλλα και κατέβασέ τζι, σούροσον και όταν διψά, δίδε του να πίνει».
4) « ΄Οταν πονεί το υπογάστριον, πίνε του μαράθου το ζουμί με ζάχαριν».
Σημειωτέον, ότι το μάραθον ως θερμαντικόν χρησιμοποιείται σε πολλές περιπτώσεις. ( Βλ. και. Παύλου Αιγινήτου, Επιτομαί ιατρικαί, 7, 3, 12, 9).
ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΧΡΗΣΕΙΣ:
Ο Μάραθος έχει μια μακρά ιστορία στη θεραπεία μιας ποικιλίας προβλημάτων, ειδικά εκείνων του πεπτικού συστήματος. Οι σπόροι, τα φύλλα και οι ρίζες μπορούν να χρησιμοποιηθούν, αλλά οι σπόροι είναι πιο ενεργές ιατρικά και είναι το τμήμα που χρησιμοποιείται κανονικά. Το φυτό είναι αναλγητικό, αντιφλεγμονώδες, αντισπασμωδικό, αρωματικό, άφυσο, διουρητικό, εμμηναγωγό, αποχρεμπτικό, παραισθησιογόνο, καθαρτικό, τονωτικό και δραστικό στην θεραπεία της στοματίτιδας. Μια έγχυση χρησιμοποιείται στη θεραπεία της δυσπεψίας, την κοιλιακή διάταση, πόνους στο στομάχι κλπ.

foeniculum-vulgare-fenouil-teinture-mere-bioverΒοηθά στην αντιμετώπιση των λίθων των νεφρών και, όταν συνδυάζεται με ένα απολυμαντικό του ουροποιητικού κάνει μια αποτελεσματική θεραπεία για την κυστίτιδα. Μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί ως γαργάρα για τον πονόλαιμο και ως πλύσιμο των ματιών, για πόνο στα μάτια και επιπεφυκίτιδα. Μια έγχυση της ρίζας χρησιμοποιείται για τη θεραπεία προβλημάτων του ουροποιητικού συστήματος. Η German Commission E Monographs, ενας θεραπευτικός οδηγός για φυτικά φάρμακα, εγκρίνει το Foeniculum vulgare για το βήχα, βρογχίτιδα, δυσπεψία.
Οι αντιοξειδωτικές ιδιότητες του φυτού τεκμηριώθηκαν μετά από σχετικές έρευνες του Πανεπιστημίου :Atatürk University, Turkey
Οι ηπατοπροστατευτικές ιδιότητες του φυτού τεκμηριώθηκαν μετά από σχετικά πειράματα του Πανεπιστημίου Yüzüncü Yıl University, Turkey
Η αντιμικροβιακή δράση του φυτού τεκμηριώθηκε με σχετικά πειράματα δύο Ιταλικών Πανεπιστημίων:Università degli Studi della Basilicata, Potenza και Università di Napoli “Federico II”,Italy
Η η αντιοξειδωτική και αντιμικροβιακή δράση του φυτού τεκμηριώθηκε με σχετικά πειράματα του Πανεπιστημίου Universidade do Algarve, Portugal.
80988Οι αντιμυκητιακές ιδιοτητες του φυτού τεκμηριώθηκαν μετά από σχετικές έρευνες του Πανεπιστημίου: DMIMS University, Sawangi, India
ΑΛΛΕΣ ΧΡΗΣΕΙΣ:
Οι σπόροι περιέχουν μέχρι 5% αιθέριο έλαιο. Αυτό χρησιμοποιείται για θεραπευτικούς σκοπούς, ως αρωματική ύλη τροφίμων, σε οδοντόκρεμες, σαπούνια, αρώματα, αποσμητικά χώρου, κλπ . Η γεύση του ελαίου μάραθου εξαρτάται από δύο κύρια συστατικά του: «Φενχόνη» που είναι πικρή , ενώ η «ανηθόλη» ειναι γλυκιά. Οι αναλογίες αυτών των δύο συστατικών ποικίλει ανάλογα με το μέρος του φυτού και την περιοχή. Η ποιότητα του λαδιού εξαρτάται επίσης από το πόσο καλά έχει ξηρανθεί ο σπόρος. Το λάδι από την ατελή ωρίμανση και αποξηραμένους σπόρου είναι πολύ γλυκό και πιο αρωματικό. Το αποξηραμένο φυτό δρα εντομοαπωθητικά. Τα θρυμματισμένα φύλλα είναι αποτελεσματικά για τη διατήρηση των σκύλων χωρίς ψύλλους. Κίτρινες και καφέ χρωστικές ουσίες παράγονται από το φυτό.
Department of Chemistry Education, Atatürk University,Turkey
Università degli Studi della Basilicata, Potenza και Università di Napoli “Federico II”,Italy
Duke. J. A. and Ayensu. E. S. Medicinal Plants of China
Foster. S. & Duke. J. A. A Field Guide to Medicinal Plants
Ν. Ε. Παπαδογιαννάκης Κρητικό ιατροσόφιον του 19ου αιώνα
Universidade do Algarve, Faculdade de Engenharia, Portugal.
Yüzüncü Yıl University, Faculty of Medicine, Turkey
plantsystematics
DMIMS University, Sawangi , India

Read Full Post »

 

Capparis spinosa, Αρχαία Θουρία, Αμφεια, Σουρεύλι, 25 Ιούνη 2015

Capparis spinosa, Αρχαία Θουρία, Αμφεια, Σουρεύλι, 25 Ιούνη 2015

Η κάπαρη ή κάππαρη (Capparis spinosa ή Flinders rose) είναι θάμνος της ευρύτερης περιοχής της Αρχαίας Θουρίας – Μυκηναϊκής Άνθειας, πολυετής και φυλλοβόλος, που έχει στρογγυλεμένα, σαρκώδη φύλλα και μεγάλα λευκά με ροζλευκά λουλούδια. Το φυτό είναι περισσότερο γνωστό για τα βρώσιμα μπουμπούκια των ανθέων (κάπαρη), που συχνά χρησιμοποιούνται ως καρύκευμα, καθώς και του καρπού (καρπός κάππαρης), που και τα δύο καταναλώνονται συνήθως ως τουρσί. Άλλα είδη Capparis συλλέγονται επίσης μαζί με την C. spinosa για τα μπουμπούκια ή τους καρπούς τους. Τα άλλα τμήματα του φυτού της κάπαρης χρησιμοποιούνται για την παρασκευή φαρμάκων και καλλυντικών.
capparis-spinosaΗ Capparis spinosa είναι παρούσα σε όλες σχεδόν τις χώρες στην περιοχή της Μεσογείου, και συμπεριλαμβάνεται στις ανθικές συνθέσεις των περισσότερων χωρών, αλλά είναι αβέβαιο, αν το φυτό είναι ενδημικό στην περιοχή αυτή. Αν και η χλωρίδα της περιοχής της Μεσογείου έχει σημαντικά ενδημικά στοιχεία, ο θάμνος της κάπαρης θα μπορούσε να έχει τις ρίζες του στις τροπικές περιοχές ή στις ξηρές περιοχές της Δυτικής και Κεντρικής Ασίας, και αργότερα να εγκλιματίστηκε στη λεκάνη της Μεσογείου. Η κάππαρη μπορεί σήμερα να βρεθεί άγρια σε όλη την Μεσόγειο, και συχνά καλλιεργούμενη (π.χ. στη Γαλλία, την Ισπανία, την Ιταλία και την Αλγερία. Επιπλέον, το Ιράν, η Κύπρος και η Ελλάδα παράγουν σημαντικές ποσότητες).
Η κάπαρη και οι σχετικές με αυτήν λέξεις σε αρκετές ευρωπαϊκές γλώσσες μπορούν να αναχθούν στην κλασική λατινική capparis «caper». Η λατινική capparis, με τη σειρά της, έχει δανειστεί το όνομα από την ελληνική κάππαρις (kapparis), της οποίας η προέλευση (όπως και αυτή του φυτού) είναι άγνωστη, αλλά πιθανόν κατάγεται από την δυτική ή την κεντρική Ασία. Μια άλλη θεώρηση συνδέσει την κάππαρη με το όνομα του νησιού Κύπρος (Cyprus, Kypros), όπου φυτρώνουν άφθονα φυτά κάπαρης.
Ο θάμνος κάπαρη (Capparis spinosa) έχει ενταχθεί ως ένα ιδιαίτερο στοιχείο πολιτισμού σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες, τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες. Η οικονομική σπουδαιότητα του φυτού οδήγησε σε σημαντική αύξηση τόσο στην καλλιεργούμενη έκταση όσο και στα επίπεδα παραγωγής του από τα τέλη της δεκαετίας του 1980. Οι κυριότερες περιοχές παραγωγής της κάππαρης είναι σε άγρια και τραχιά περιβάλλοντα, όπως αυτά που υπάρχουν στο Μαρόκο, στη νοτιοανατολική Ιβηρική Χερσόνησο, την Τουρκία και τα ιταλικά νησιά Pantelleria και Salina. Αυτό το είδος έχει αναπτύξει ειδικούς μηχανισμούς για να επιβιώνει στις μεσογειακές συνθήκες, και η εισαγωγή του σε ημιξερικά εδάφη μπορεί να βοηθήσει να αποφευχθεί η διατάραξη της ισορροπίας αυτών των ευαίσθητων οικοσυστημάτων.
Illustration_Capparis_spinosa0Ξηρή θερμότητα και έντονη ηλιοφάνεια είναι το προτιμώμενο περιβάλλον για τα φυτά κάπαρης. Είναι παραγωγικά σε ζώνες που έχουν 350 χιλιοστά ετήσιας βροχόπτωσης (ως επί το πλείστον μήνες του χειμώνα και της άνοιξης) και επιβιώνουν εύκολα σε θερμοκρασίες που το καλοκαίρι φθάνουν πάνω από 40° C. Ωστόσο, αν και η κάππαρη είναι φυτό ευαίσθητο στο κρύο, έχει ανθεκτικότητα σε θερμοκρασίες παρόμοιες με την ελιά (-8° C)
Τα φυτά που βρίσκονται ελεύθερα στη φύση, μεγαλώνουν ανάμεσα σε χαραμάδες και σχισμές των βράχων και σε πέτρινους τοίχους. Αναπτύσσονται καλά σε φτωχά από θρεπτικές ουσίες εδάφη, γρήγορα στραγγιζόμενα και χαλικώδη. Τα πλήρως αναπτυγμένα φυτά σχηματίζουν μεγάλο ριζικό σύστημα, που διεισδύει βαθιά μέσα στη γη. Η κάπαρη είναι ανθεκτική στο αλάτι και ανθίζει κατά μήκος των ακτών της θάλασσας και μέσα σε ζώνες που βρέχονται από κύματα.
Τα φυτά είναι μικροί θάμνοι και μπορούν να φθάσουν περίπου το ένα μέτρο ύψος, σε όρθια θέση. Ωστόσο, τα μη καλλιεργούμενα φυτά κάπαρης πιο συχνά γέρνουν μπροστά και κρέμονται, ενώ εξαπλώνονται καλύπτοντας ακατάστατα το έδαφος, καθώς αγωνίζονται πάνω στο χώμα και τις πέτρες. Η βλάστηση της κάππαρης καλύπτει σαν τέντα την επιφάνεια του εδάφους και αυτό βοηθά στη διατήρηση αποθέματος νερού στο εδάφους. Οι προεκτάσεις στη βάση των φύλλων μπορεί να μετασχηματιστούν σε αγκάθια. Τα λουλούδια γεννιούνται στα πρωτοετή κλαδιά.
Το θαμνώδες φυτό σχηματίζει πολλές διακλαδώσεις με εναλλασσόμενα φύλλα, τα οποία είναι παχιά και λαμπερά και έχουν σχήμα στρογγυλό, ωοειδές. Τα λουλούδια είναι πλήρη, γλυκά αρωματικά, εντυπωσιακά, με τέσσερα σέπαλα, τέσσερα λευκά – λευκοροζέ πέταλα, πολύ μεγάλους βιολετί χρώματος στήμονες, και ένα στίγμα που συνήθως αναπτύσσεται πολύ πιο πάνω από τους στήμονες.
Η ομορφιά των λουλουδιών της κάππαρης είναι τόσο εύθραυστη και βραχύβια, όπως και των λουλουδιών της παπαρούνας, που είναι παροιμιώδης για το γρήγορη μαρασμό τους: τα ντελικάτα, άσπρο-κρεμ πέταλα και οι έντονα μωβ στήμονες παραμένουν μόνο λίγες ώρες. Επιπλέον, τα λουλούδια σπάνια γίνονται ορατά στους κήπους κάπαρης, καθώς τα μπουμπούκια της πρέπει να συλλέγονται πριν ανοίξουν. Παρ’ όλα αυτά, τα λουλούδια των άγριων θάμνων κάπαρης είναι μια κοινή εικόνα σε όλες τις χώρες γύρω από τη Μεσόγειο Θάλασσα, φτάνοντας μέχρι τη Σαχάρα της Βόρειας Αφρικής και τις ξηρές περιοχές της Κεντρικής Ασίας, όπου το φυτό πιστεύεται ότι έχει τις ρίζες του.
ΕΔΩΔΙΜΟΤΗΤΑ:
Αλατισμένα ή τουρσί τα βλαστάρια και τα μπουμπούκια της κάπαρης χρησιμοποιούνται συχνά ως καρύκευμα ή γαρνιτούρα. Η κάπαρη είναι ένα κοινό συστατικό στη μεσογειακή κουζίνα, ιδιαίτερα της Κύπρου, της Ιταλίας και της Μάλτας. Ο ώριμος καρπός του θάμνου κάππαρη προετοιμάζεται με παρόμοιο τρόπο και διατίθενται στο εμπόριο ως καρπός κάπαρης.
Capparis_spinosa_var._nummularia4Η κάπαρη έχει μια έντονη πικάντικη γεύση και με την προσθήκη οξύτητας προσδίδει ένα περίεργο άρωμα και αλμυρότητα σε φαγητά, όπως σάλτσες για ζυμαρικά, πίτσα, ψάρια, κρέατα και σαλάτες. Η γεύση της κάπαρης μπορεί να περιγραφεί ως παρόμοια με εκείνη της μουστάρδας και του μαύρου πιπεριού. Στην πραγματικότητα, η έντονη γεύση της κάπαρης προέρχεται από το σιναπέλαιο (έλαιο μουστάρδας).
Τα μπουμπούκια πρέπει να συλλέγονται το πρωί, αμέσως πριν από την ανθοφορία. Τα μπουμπούκια, όταν είναι έτοιμα για συλλογή, έχουν ένα σκούρο πράσινο χρώμα σαν της ελιάς και περίπου το μέγεθος ενός φρέσκου σπυριού καλαμποκιού. Αφού συλλεχθούν, στη συνέχεια, γίνονται τουρσί είτε σε άλμη είτε σε διάλυμα αλατιού με ξύδι, και στραγγίζονται. Δεν γίνονται ποτέ αποξηραμένα. Λιγότερο συχνά, η κάπαρη συντηρείται συσκευασμένη με χοντρό αλάτι, που πρέπει να ξεπλυθεί πριν από τη χρήση. Η έντονη γεύση τους αναπτύσσεται καθώς απελευθερώνεται σιναπέλαιο (glucocapparin) από κάθε μπουμπούκι κάπαρης. Αυτή η ενζυματική αντίδραση οδηγεί επίσης στο σχηματισμό της ρουτίνης, που συχνά εμφανίζεται σαν κρυσταλλώδεις λευκές κηλίδες στην επιφάνεια κάθε μεμονωμένου μπουμπουκιού κάπαρης.
27Η κάπαρη είναι ένα ξεχωριστό συστατικό στην ιταλική κουζίνα, κυρίως στη μαγειρική της Σικελίας και της νότιας Ιταλίας. Χρησιμοποιείται συνήθως σε σαλάτες, σαλάτες ζυμαρικών, πίτσες, πιάτα με βάση το κρέας και σάλτσες ζυμαρικών. Παραδείγματα χρήσης της στην ιταλική κουζίνα είναι το κοτόπουλο και η μακαρονάδα πουτανέσκα. Η κάπαρη είναι επίσης γνωστή σαν ένα από τα συστατικά της σως ταρτάρ. Σερβίρεται συχνά με κρύο καπνιστό σολομό ή συνοδεύει πιάτα σολομού (ειδικά τον lox με τυρί κρέμα). Η κάπαρη μερικές φορές υποκαθιστά τις ελιές σαν γαρνιτούρα στο μαρτίνι. Αν τα μπουμπούκια της κάπαρης δεν συλλεχθούν, τότε ανθίζουν και παράγουν τον καρπό της κάπαρης. Ο καρπός μπορεί να γίνει τουρσί και στη συνέχεια σερβίρεται ως ελληνικός μεζές. Τα φύλλα της κάπαρης, τα οποία είναι δύσκολο να βρεθούν έξω από την Ελλάδα, χρησιμοποιούνται κυρίως σε σαλάτες και πιάτα με ψάρι. Γίνονται τουρσί ή βραστά και διατηρούνται σε βάζα με άλμη – όπως και τα μπουμπούκια της κάππαρης. Τα αποξηραμένα καπαρόφυλλα χρησιμοποιούνται επίσης ως ένα υποκατάστατο της πυτίας (ένζυμο πήξης) στην κατασκευή υψηλής ποιότητας τυριού.
ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΧΡΗΣΕΙΣ:
Σύμφωνα με ανακοινώσεις της Chinese Academy of Sciences και άλλων επιστημονικών ιδρυμάτων (Academia Turfanica of Xinjiang Uygur ,Institute of Palaeontology, University of Vienna, Austria , Beijing Museum of Natural History) οι σπόροι του φυτού αφού βρέθηκαν σε τάφο (Yanghai Tombs, 2800 years b.p.) διαπιστώθηκε ότι ειχαν χρησιμοποιηθεί για φαρμακευτικούς σκοπούς.
Η ρίζα και ο φλοιός του φυτού έχουν αναλγητικές, αντι αιμορροϊδικές, καθαρτικές, αποφρακτικέςς, εμμηναγωγές, αποχρεμπτικές, τονωτικές και αγγειοσυσπαστικές ιδιότητες. Χρησιμοποιείται εσωτερικά στη θεραπεία των γαστρεντερικών λοιμώξεων, διάρροια, ουρική αρθρίτιδα και ρευματισμούς. Εξωτερικά, χρησιμοποιείται για τη θεραπεία παθήσεων του δέρματος, αδυναμία των τριχοειδών και εκχυμώσεις στο δέρμα. Τα μη ανοιγμένα μπουμπούκια των ανθέων είναι καθαρτικά. Χρησιμοποιούνται εσωτερικά για τη θεραπεία του βήχα, και εξωτερικά για τη θεραπεία λοιμώξεων του ματιού. Οι οφθαλμοί του φυτού είναι μια πλούσια πηγή ενώσεων γνωστών ως αναστολείς αλδοζο-ρεδουκτάσης – έχει αποδειχθεί ότι οι ενώσεις αυτές είναι αποτελεσματικές στην πρόληψη του σχηματισμού του καταρράκτη. Ένα αφέψημα του φυτού χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της κολπικής άφθας. Τα φύλλα εφαρμόζονται ως κατάπλασμα στην θεραπεία της ουρικής αρθρίτιδας.
Capparis_spinosa_L._Σε σχετικές έρευνες του College of Pharmacy, King Saud University αποδείχθηκαν οι αντιφλεγμονώδεις και αντιπυρετικές ιδιότητες του φυτού.
Σε σχετικές έρευνες του Department of Biological Sciences, University of Jordan, Amman, Jordan τεκμηριώθηκαν οι αντιμικροβιακές , οι αντιβακτηριδιακές και αντιμυκητικές ιδιότητες.
Σχετικές έρευνες του Institut national de la santé et de la recherche médicale και του Unité de formation et de recherche κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι το υδατικό εκχύλισμα του φυτού (20 mg / kg) εμφανίζει μια ισχυρή δράση ελάττωσης των λιπιδίων σε φυσιολογικά και σοβαρή υπεργλυκαιμικά πειραματόζωα μετά από επαναλαμβανόμενη από του στόματος χορήγηση του υδατικού εκχυλίσματος.
Οι αντιαλλεργικές και αντιισταμινικές ιδιότητες του φυτού τεκμηριώθηκαν από Department Farmaco-Biologico, University of Messina, Messina, Italy
Η χρήση του φυτού στην διαχείριση του Σακχάρου κρίθηκε σπουδαία από το Institute of Evolution, Haifa University, Haifa 31999 Israel.
Ο φλοιός της ρίζας της κάπαρης και τα φύλλα της μπορεί να έχουν κάποια αντικαρκινική δράση. Στην πραγματικότητα, τα προϊόντα υδρόλυσης του ινδολο-3-υλομεθυλο γλυκοζινολιτών έχουν αντικαρκινική δράση. Παρόλο που η κατανάλωση κάπαρης είναι χαμηλή σε σύγκριση με την πρόσληψη άλλων μεγάλων διαιτητικών πηγών γλυκοσινολιτών (άσπρο λάχανο, μπρόκολο και κουνουπίδι), μπορεί να συμβάλλει στην ημερήσια δόση των φυσικών αντικαρκινογόνων που μειώνουν τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου. Οι γλυκοζινολίτες είναι επίσης γνωστοί για τον έλεγχο σε προκληθείσα βρογχοκήλη (αντι-θυρεοειδική δραστικότητα). Επίσης, η ρουτίνη και η κερκετίνη μπορούν να συμβάλλουν στην πρόληψη του καρκίνου. Το σελήνιο, που υπάρχει στην κάπαρη σε υψηλές συγκεντρώσεις σε σύγκριση με άλλα φυτικά προϊόντα, έχει επίσης συσχετιστεί με την πρόληψη ορισμένων μορφών καρκίνου.
Η αντιμικροβιακή δράση του φυτού τεκμηριώθηκε με σχετικά πειράματα του An-Najah National University, Nablus, Palestinian area.
Η Ηπατοπροστατευτική ικανότητα του φυτού αποδείχθηκε μετά από πειράματα του Medical Sciences University, Ahwaz, Iran.
Οι αντιμικροβιακές και οι αντιοξειδωτικές ιδιότητες του φυτού αποδείχθηκαν μετά από σχετικέ πειράματα του Πανεπιστημίου Faculty of Pharmacy, University of Catania, Italy
Caper 1Για την κάπαρη λέγεται ότι μειώνει το φούσκωμα και έχει αντιρευματικές ιδιότητες. Στην αγιουβέρδα ιατρική η κάπαρη (Κάππαρη = Capers=Himsra) καταγράφεται ως ηπατικό διεγερτικό και προστατευτικό, που βελτιώνει τη λειτουργία του ήπατος. Επίσης, έχει αναφερθεί η χρήση της για αρτηριοσκλήρωση, ως διουρητικό, απολυμαντικό νεφρών, ανθελμινθικό (για καταπολέμηση παρασιτικών σκουληκιών) και τονωτικό. Εγχύματα και αφεψήματα από φλοιό ρίζας κάπαρης έχουν παραδοσιακά χρησιμοποιηθεί για την υδρωπικία, αναιμία, αρθρίτιδα και ουρική αρθρίτιδα. Η κάππαρη περιέχει σημαντικές ποσότητες από την αντι-οξειδωτική βιοφλαβίνη (bioflavinoid) ρουτίνη. Εκχυλίσματα κάπαρης και πολτός έχουν χρησιμοποιηθεί σε καλλυντικά, αλλά έχει αναφερθεί δερματίτιδα εξ επαφής και ευαισθησία από τη χρήση τους.
Στην ελληνική λαϊκή ιατρική, ένα τσάι βοτάνων που γίνεται από ρίζα και νεαρούς βλαστούς κάπαρης θεωρείται ευεργετικό κατά των ρευματισμών. Ο Διοσκουρίδης (MM 2.204t) παρέχει επίσης οδηγίες για τη χρήση των νεαρών βλαστών, της ρίζας, των φύλλων και των σπόρων προς θεραπεία της δυσουρίας και της φλεγμονής.
Η κάππαρη χρησιμοποιήθηκε στην αρχαία Ελλάδα, για να διευκολύνει την εξαγωγή αερίων, όπως το ρέψιμο και ο αερισμός. Συναντάται σε αρχαιολογικά ευρήματα, με τη μορφή απανθρακωμένων σπόρων και σπάνια σαν μπουμπούκια ανθέων και καρπών από την αρχαϊκή εποχή και στην περίοδο της κλασικής αρχαιότητας. Ο Αθήναιος στους Δειπνοσοφιστές (εγκυκλοπαίδεια γαστρονομίας) δίνει ιδιαίτερη προσοχή στην κάπαρη, όπως και ο Πλίνιος (NH XIX, XLVIII.163) και ο Θεόφραστος.
Institut national de la santé et de la recherche médicale
Institute of Palaeontology, University of Vienna
Chiej. R. Encyclopaedia of Medicinal Plants
valentine
Bown. D. Encyclopaedia of Herbs and their Uses
hort.purdue.edu
Chopra. R. N., Nayar. S. L. and Chopra. I. C. Glossary of Indian Medicinal Plants
Plants For A Future
An-Najah National University, Nablus, Palestinian area
Medical Sciences University, Ahwaz, Iran
Institute of Evolution, Haifa University, Haifa 31999 Israel
College of Pharmacy, King Saud University
Department of Biological Sciences, University of Jordan, Amman, Jordan
Faculty of Pharmacy, University of Catania, Italy
Department Farmaco-Biologico, University of Messina, Messina, Italy

Read Full Post »

Valeriana dioscoridis ,Αρχαία Θουρία, Άμφεια, Σουρεύλη 15 Μάρτη 2015

Valeriana dioscoridis , Αρχαία Θουρία, Άμφεια, Σουρεύλη. 15 Μάρτη 2015

Η Βαλεριάνα του Διοσκουρίδη συναντάται σε βραχώδης τοποθεσίες με ασβεστολιθικό υπόβαθρο της ευρύτερης περιοχής της Αρχαίας Θουρίας. Άλλες ονομασίες, συνώνυμο Valeriana italica, και κατά τόπους, Ζαμπούκος, Νάρδος.
Στη χώρα μας υπάρχουν αρκετά είδη βαλεριάνας με μικρές διαφορές συνήθως ως προς τη διάταξη των φύλλων, και το άνθος.
Τα επίγεια μέρη της βαλεριάνας αποτελούνται από τα σύνθετα φύλλα στη βάση με αντικριστά φυλλάρια και ένα μεγαλύτερο στη κορυφή κάθε διακλάδωσης. Στο μέσο κάθε φυτού αναπτύσσεται ο βλαστός της που μπορεί να φθάσει το ένα μέτρο καί εσωτερικά είναι κούφιος.
Καθύψος του βλαστού τα φύλλα είναι λιγότερα φύονται ανα κόμβους και έχουν σχήμα πτεροσχιδή.
Στην κορυφή κάθε βλαστού δημιουργείται σφαιρικό άνθος εύοσμο από πολλά μικρά λευκορόδινα ανθίδια με πέντε πέταλα που καταλήγουν σε λευκό σωλήνα.
Η βαλεριάνα είναι ανθεκτική στις καιρικές συνθήκες και τις ασθένειες. Ειναι θάμνος με μέγιστο ύψος που δεν ξεπερνά το 1,5 μέτρο. Τα άνθη της είναι μικρά ροζ έως λευκά ανάλογα από την ποικιλία, σε σχηματισμό «ομπρέλας» στην κορυφή του φυτού, ενώ ο βλαστός σωληνοειδής και χνουδωτός. Η ρίζα, το μέρος του φυτού με τις κυριότερες και σημαντικότερες θεραπευτικές ιδιότητες, είναι ινώδης με έντονο άρωμα.

1023-l-2Η άνθιση της βαλεριάνα διαρκεί από το Μάιο έως τον Αύγουστο. Οι ανθισμένες κορυφές συλλέγονται το καλοκαίρι, ενώ η ρίζα συλλέγεται το φθινόπωρο από Σεπτέμβριο μέχρι Οκτώβριο. Τα κυρίως συστατικά και δραστικές ουσίες είναι, σάκχαρα, άμυλο, ρητίνες, αιθέριο έλαιο, οργανικά οξέα, αζωτούχες ενώσεις, βαλεριανικό οξύ, πτητικό έλαιο, ρετσίνι και γόμμα. Η γεύση της είναι έντονη, ξηρή και ελαφρώς πικρή.
ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ:
Ο Ιπποκράτης, (460-370 π.Χ.) χρησιμοποίησε ένα είδος βαλεριάνα ως φάρμακο. Ο Θεόφραστος , φυσιοδίφης και μαθητής του Αριστοτέλη (370-286 π.Χ.) αναφέρει γισ την Βαλεριάνα του Διοσκουρίδη : «η οποία έχει μια μυρωδιά σαν νάρδος», όπως χρησιμοποιείται για τα αρώματα. Ο νάρδος των αρχαίων είναι ένα άλλο μέλος της οικογένειας , Nardostachys jatamansi.
Ο Διοσκουρίδης, ιατρός στο στρατό του Νέρωνα και ο δημιουργός του Materia Medica (54-68 μ.Χ.) αναφέρει πολλά μέλη της οικογένειας βαλεριάνα – Ινδίας, της Συρίας, Σέλτικ και βουνό Nard (Nardostachys jatamansi ή Βαλεριάνα hardwickii, Patrinia scabiosaefolia, Βαλεριάνα και Celtica Valeriana tuberosa) και «Phou» (που ονομάζεται επίσης phu ή fu), η οποία θεωρείται ότι είναι Valeriana dioscoridis και όχι V. officinalis όπως μερικοί συγγραφείς στο παρελθόν έχουν δηλώσει.

Valeriana dioscoridis ,Αρχαία Θουρία, Άμφεια, Σουρεύλη 15 Μάρτη 2015

Valeriana dioscoridis ,Αρχαία Θουρία, Άμφεια, Σουρεύλη 15 Μάρτη 2015

Παρά το γεγονός ότι στη σύγχρονη εποχή, η βαλεριάνα είναι πιο γνωστή ως καταπραϋντικό, αντιυστερικό και βοηθειτικό ύπνου, οι αρχαίοι την χρησιμοποιούσαν για πολλές άλλες χρήσεις. Ο Διοσκουρίδης συνιστά τις πικρές και αρωματικές ρίζες στα πεπτικά προβλήματα, όπως μετεωρισμός, ναυτία, παθήσεις ήπατος (νόσος hepaticus) και ως θεραπεία στα προβλήματα του ουροποιητικού συστήματος. Ακόμη το φυτο, συνιστάται ως εμμηναγωγό, για κολπικές μολύνσεις, ως αντιεφιδρωτικό και ως αντίδοτο στα δηλητήρια.
ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΧΡΗΣΕΙΣ:
Με αναλυτικές πειραματικές έρευνες του Πανεπιστημίου Αθηνών τεκμηριώθηκε η αντιμυκητιασική δραστικότητα του φυτού από την εναέρια τμήματα και τις ρίζες του.
Συστηματικές έρευνες των Πανεπιστημίων Burdur και Antalya , Turkey τεκμηρίωσαν τις αντιοξειδωτικές ιδιότητες του φυτού.

Valeriana_dioscoridis_1Η βαλεριάνα λέγεται ότι έχει ιδιότητες ως υπνωτικού, αγχολυτικού και κατευναστικού, με την υπόθεση ότι τα έλαια που περιέχει έχουν παρόμοια δράση με τις βενζοδιαζεπίνες. Σειρά επιστημονικών εργασιών για το αποτέλεσμα της βαλεριάνας στην ποιότητα και τη διάρκεια του ύπνου έδωσαν ανάμικτα αποτελέσματα, με τις περισσότερες έρευνες να είναι αρνητικές και ορισμένες να δείχνουν μέτρια θετική επίδραση σε άτομα που πάσχουν από αϋπνία. Στο παρελθόν χρησιμοποιούνταν και σε ασθενείς με επιληψία.
ΑΛΛΕΣ ΧΡΗΣΕΙΣ:
Πέραν των θεραπευτικών χρήσεων της, η βαλεριάνα χρησιμοποιείται στην αρωματοποιία αλλά και για καλλωπιστικούς λόγους λόγω των όμορφων ανθέων της και της αντοχής της σε ακραίες καιρικές συνθήκες.

University Burdur και Antalya , Turkey
wikipedia
Πανεπιστήμιο Αθηνών
healthy.net
Η χλωρίδα μας

Read Full Post »

Plantago major, Πλαντάγινον το μείζον, αρνόγλωσσο

Plantago major, Αρχαία Θουρία, Αριοχώρι, 15 Μάη 2015

Plantago major, Αρχαία Θουρία, Αριοχώρι, 15 Μάη 2015

Φυτό της περιοχής της Αρχαίας Θουρίας – Μυκηναϊκής Άνθειας με τις εμπειρικές ονομασίες Πεντάνευρο,  Αρνόγλωσσο, κοινό Πλαντάγινο, που έχει ύψος 15-30 εκατοστά. Έχει μεγάλα πλατιά σκουροπράσινα φύλλα με πέντε νεύρα που διακρίνονται πολύ εύκολα αν σπάσουμε το κοτσάνι των φύλλων του.
Ο βλαστός σχηματίζει μία σύντομη σπείρα , ασθενώς ξυλώδη. Ρίζες είναι ινώδεις και ρηχές.
Η ταξιανθία των λουλουδιών (3-20 cm) που βρίσκεται στο πάνω μέρος δεν έχει φύλλα αλλά λεπτές αιχμές με δυσδιάκριτα λουλούδια συγκεντρωμένα πυκνά μαζί με όρθιο το κεφάλι ανθοφορίας, συνήθως , εκτός από το μίσχο. Τα μεμονωμένα λουλούδια έχουν προεξέχοντες στενούς, λευκούς στήμονες (αρσενικό μέρος του άνθους).
Ανθίζει από την άνοιξη ως το καλοκαίρι.
plantain-ribwort--flower2_09Οι καρποί αποτελούνται από κάψουλες σε σχήμα αυγού περίπου (3-5 mm) και ανοίγουν οριζοντίως γύρω από τη μέση, παρόμοια με ένα πώμα ή ένα καπάκι ενός δοχείου, για να απελευθερώσουν 5-16 σπόρους ανά κάψουλα.
Οι σπόροι είναι μικροσκοπικοί (0,5-1 mm), οβάλ με ακανόνιστες γωνίες, ή τριγωνικοί, με πορτοκαλί μέχρι μαύρο και θαμπή με λεπτή υφή επιφάνεια.

ΕΔΩΔΙΜΟΤΗΤΑ:
Τα φύλλα του είναι φαγώσιμα, ωμά ή μαλειρεμένα, αλλά ειναι λίγο σκληρά, για αυτό μαζεύουμε κυρίως τα νεαρά, τρυφερά, φρέσκα φύλλα και αφαιρούμε τα κοτσάνια επειδή είναι ινώδη. Η γεύση τους είναι πικρή σαν του σπανακιού. Πολλοί άνθρωποι ζεματάμε τα φύλλα σε βραστό νερό πριν από τη χρήση τους σε σαλάτες, ώστε να τα κάνουν πιο τρυφερά.Τα φύλλα περιέχουν ασβέστιο και άλλα ιχνοστοιχεία, σε 100 γραμμάρια πεντάνευρου περιέχεται περίπου την ίδια ποσότητα βιταμίνης Α όση σε ένα μεγάλο καρότο.

Plantago.majorΟι σπόροι τρώγονται ωμοί ή μαγειρεμένοι αλλά είναι δύσκολο να μαζέυτούν. Ο σπόρος μπορεί να αλεστεί και να ανακατευτεί με αλεύρι. Είναι πολύ πλούσια σε βιταμίνη Β1. Το σύνολο των σπόρων μπορεί να βράσει και να χρησιμοποιηθεί σαν σάγο (αμυλώδης εδώδιμη ουσία). Τα ίδια ισχύοθν για την ρίζα. Τα φύλλα όταν ξεραθούν γίνονται ένα καλό τσάι.

ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ:
Το πεντάνευρο περιέχει ιριδοειδή γλυκοσίδια (αουκουβίνη- Acubin), φλαβονοειδή (απιγενίνη-Apigenin), ταννίνες, οξέα φυτών, φυτική κόλλα και διοξείδιο του πυριτίου. Η Acubin έχει αναφερθεί ως ισχυρή αντί-τοξίνη. Περιέχει ακόμη αντισκορβουτικό οξύ, βενζοϊκό οξύ, κιτρικό οξύ, σαλικυλικό οξύ. Τέλος είναι πολύ πλούσιο σε βιταμίνη B1 και ριβοφλαβίνη.
Το ουρσολικό οξύ που υπάρχει άφθονο στο φυτό διαπιστώθηκε από δύο ανεξάρτητες έρευνες των Πανεπιστημίων της Αϊοβα και της Ουψάλα πως:
διατηρεί υγιή την μυϊκή μάζα
αποτρέπει την αύξηση του σωματικού βάρους
διατηρεί σε φυσιολογικά επίπεδα τη χοληστερόλη και
ρυθμίζει τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα.
imageΤο πεντάνευρο ήταν γνωστό και διαδεδομένο φυτό από την αρχαιότητα, ως επουλωτικό φυτό και χρησιμοποιούταν από παλιά για να θεραπεύει πληγές και μώλωπες. Χρησιμοποιούταν ως πανάκεια (ιατρική για όλα) σε μερικούς πολιτισμούς. Παραδοσιακά χρησιμοποιούταν και για να αποτρέψει τη μητρική αιμορραγία μετά από τον τοκετό. Οι θεραπευτικές του ιδιότητες αναφέρονται από το Διοσκουρίδη, το Γαληνό και άλλους διάσημους γιατρούς. Παλαιότερα στην Ευρώπη το χρησιμοποιούσαν στη θεραπεία από τα δαγκώματα των τρελλών σκυλιών, του ίκτερου, της επιληψίας, της λέπρας και της φυματίωσης.
Οι δράση του φυτού ενάντια στους ιούς τεκμηριώθηκε από σχετικές έρευνες 4 πανεπιστημίων της Taiwan
Οι αναλγητικές και αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες του φυτού αποδείχθηκαν από σχετικές έρευνες 4 ερευνητών του Πανεπιστημίου του Περού.
Η ικανότητα του φυτού να ενισχύει το ανοσοποιητικό σύστημα στην περίπτωση της φυματίωσης, του AIDS και του καρκίνου, τεκμηριώθηκαν από σχετικές έρευνες του Πανεπιστημίου του Μεξικό. Για αυτό το φυτό χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με άλλα φάρμακα για την θεραπεία των παραπάνω ασθενειών.
Οι αντικαρκινικές ιδιότες του φυτού τεκμηριώθηκαν με σχετικές έρευνες του University of Gaziantep,της Τουρκίας.
Οι αντιοξειδωτικές ιδιότητες του φυτού τεκμηριώθηκαν με σχετικά πειράματα του University of Niš.
Το πεντάνευρο σταματά γρήγορα την αιμορραγία και βοηθά την αποκατάσταση των κατεστραμμένων ιστών. Μπορεί να επουλώσει χρόνιες πληγές που δεν κλείνουν και να χρησιμοποιηθεί αντί για το σύμφυτο στη θεραπεία των μωλώπων και των σπασμένων οστών.
Το πεντάνευρο είναι αντικαταρροϊκό και αποχρεμπτικό, δηλαδή ωφέλιμο σε παθήσεις του αναπνευστικού (βήχα, κοκίτη, βρογχικό άσθμα, βρογχίτιδα, φυματίωση, αναπνευστική καταρροή).
Είναι διουρητικό, δηλαδή ωφέλιμο σε παθήσεις του ήπατος, των νεφρών και της ουροδόχου κύστης, αλλά και την αιμορραγία του ουροποιητικού συστήματος.
Είναι στυπτικό και ωφέλιμο στη διάρροια, δυσκοιλιότητα, κυστίτιδα, γαστρίτιδα, κολίτιδα, τα πεπτικά έλκη, τη δυσεντερία, το σύνδρομο του ευερέθιστου εντέρου.
Εσωτερικά, χρησιμοποιείται στη θεραπεία ενός ευρέος φάσματος των ασθενειών συμπεριλαμβανομένης της διάρροιας, γαστρίτιδα, πεπτικά έλκη, σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου, αιμορραγία, αιμορροΐδες, κυστίτιδα, βρογχίτιδα καταρροή, ιγμορίτιδα, το άσθμα και αλλεργική ρινίτιδα.
Για εξωτερική χρήση τα φρέσκα κοπανισμένα φύλλα του πεντάνευρου χρησιμοποιούνται σαν κατάπλασμα σε αιμορραγίες, πληγές, τσιμπήματα εντόμων, δαγκώματα σκύλων ή φιδιών. Ακόμα στη θεραπεία των αιμορροΐδων, των συριγγίων και των ελκών.
Η ρίζα χρησιμοποιείται στην θεραπεία για το δάγκωμα των κροταλιών μαζί με το Marrubium vulgare.
Για τη βρογχοκήλη χρησιμοποιούνται επιθέματα στο λαιμό με φρέσκα φύλλα πεντάνευρου κοπανισμένα και ανακατεμένα με λίγο αλάτι.
Το αφέψημα του φυτού ή το υγρό που λαμβάνεται με απόσταξη θεωρείται καλό κολλύριο γιατί περιέχει ιριδοειδή.
Τα φύλλα του πεντάνευρου περιέχουν ουσίες που έχουν επίδραση στη μείωση των συνολικών λιπιδίων, των τριγλυκεριδίων, της χοληστερόλης, και των λιποπρωτεϊνών στο αίμα και ενδείκνυνται ως προληπτικό για καρδιακές παθήσεις. Βοηθούν να καθαρίσει το σώμα από την περίσσεια της χοληστερόλης, ανεβάζουν τα επίπεδα της καλής χοληστερίνης, στο αίμα και δυναμώνουν τα τριχοειδή αγγεία.
Οι σπόροι περιέχουν mucilage μέχρι 30% (πηχτή φυσική ουσία σαν κόλλα) που φουσκώνει στο έντερο, ενεργώντας σαν καθαρτικό και κατευναστικό στις ερεθισμένες μεμβράνες. Οι σπόροι χρησιμοποιούνται και στην θεραπεία των παρασιτικών σκουληκιών.
Οι σπόροι του σύμφωνα με πρόσφατες έρευνες, είναι μια από τις υψηλότερες πηγές ινών που υπάρχουν στις τροφές.

ΔΟΣΟΛΟΓΙΑ
Για τις παθήσεις του αναπνευστικού αλλά και για το κρυολόγημα χρησιμοποιούμε έγχυμα από πεντάνευρο 1-3 φορές την ημέρα.
Αφέψημα της ρίζας του χρησιμοποιείτε κατά του ζαχαρώδους διαβήτη.
Για τις φουσκάλες που δημιουργούνται στα πόδια μας από το περπάτημα, βάζουμε λίγα φύλλα πεντάνευρου μέσα στα παπούτσια μας.
Μπορούμε να φτιάξουμε αλοιφή και να τη χρησιμοποιήσουμε ως κρέμα νυκτός για τις ρυτίδες.
ΠΡΟΦΥΛΑΞΕΙΣ
Το πεντάνευρο είναι ασφαλές στη χρήση του.
αλλά είναι ένα ισχυρό πηκτικό. Αυτό μπορεί να εξεταστεί εύκολα αν ανακατέψουμε νερομπογιά με νερό και προσθέσουμε τσάι από πεντάνευρο. Τα μέρη του χρώματος θα χωριστούν αμέσως μόνιμα από το νερό.
Grote_weegbree_bloeiwijze_Plantago_major_subsp._majorΛόγω αυτής της μοναδικής ιδιότητας, το πεντάνευρο χρησιμοποιήθηκε σαν αλοιφή πληγών στο πεδίο της μάχης, για αυτό λεγόταν και «χορτάρι του στρατιώτη». Λόγω αυτών των ιδιοτήτων, οι άνθρωποι που παίρνουν αντιπηκτικά αίματος ή εκείνοι που είναι επιρρεπείς σε θρόμβους αίματος δεν πρέπει ποτέ να χρησιμοποιήσουν πεντάνευρο εσωτερικά.
Οι υψηλές δόσεις μπορεί να προκαλέσουν μία πτώση στην πίεση του αίματος και διάρροια. Πιθανή αλλεργική δερματίτιδα σε χρήση εξ επαφής. Πρέπει να αποφύγετε σε ασθενείς με εντερική απόφραξη ή κοιλιακή δυσφορία
Biomedical Centre, Uppsala University,Sweden
Universidad Autonoma de Nuevo Leon, México
University of Medicine Varna,Bulgaria
Kaohsiung Medical University, Kaohsiung, Taiwan, ROC
Tajen Institute of Technology, Ping-Tung, Taiwan, ROC
María Elena Núñez Guillén, José Artur da Silva Emim
University of Gaziantep,Turkey
Read More: http://informahealthcare.com/doi/abs/10.1076/phbi.35.2.99.13288
<a href=»http://www.altnature.com/gallery
/plantain.htm»>Alternative Nature Online Herbal
wikipedia
ΦΤΙΑΧΝΩ ΜΟΝΟΣ ΜΟΥ
University of Niš, Vlada Veljković

Read Full Post »

Older Posts »